Ο Θαύμας, η Ίρις και οι Άρπυιες

Ο Θαύμας

Ο Θαύμας ήταν γιος του Πόντου και της Γαίας και αδελφός του Νηρέα και του Φόρκυος. Για πολλούς ο Θαύμας είναι ένας ακόμα όνομα των «Γερόντων της θάλασσας» («Οι Θεότητες του Ωκεανού») και λέγεται ότι ήταν κι αυτός γιος της Τιθύος. Ο Θαύμας κατά το όνομά του ήταν ένα «θαλάσσιο θαύμα» που είχε κι αυτός όπως και τα αδέρφια του τη δυνατότητα να μεταμορφώνεται και να κάνει μαγείες.

Ο Θαύμας έκανε μαζί με την Ωκεανίδα Ηλέκτρα την Ίρις, τη θεά του ουράνιου τόξου, και τις Άρπυιες.

Η Ίρις

Η Ίρις είχε γρήγορα πόδια και φτερά και ήταν Αγγελιοφόρος. Βρισκόταν στην υπηρεσία του Δία για την απονομή της δικαιοσύνης κάθε φορά που ξεσπούσαν καβγάδες ή αντιζηλίες στον Όλυμπο μεταξύ των θεών ή ακόμη σε περίπτωση που κάποιος θεός έλεγε ψέματα. Τότε η Ίρις πετούσε ψηλά μέχρι την κατοικία της Στύγας, εκεί όπου ο Ουρανός στηριζόταν πάνω σε ασημένιες κολόνες. Από το σημείο εκείνο έπεφτε το περίφημο ιερό νερό της Στύγας, με το οποίο γέμιζε η Ίριδα ένα χρυσό κύπελλο και το πήγαινε στον Όλυμπο. Το ίδιο  νερό κυλούσε μέσω του Ωκεανού και στα έγκατα της γης.

Αν κάποιος θεός ορκιζόταν στο νερό αυτό ψέματα, έπεφτε κάτω αμέσως. Χωρίς πνοή και χωρίς να έχει τις αισθήσεις του κι έμενε έτσι για πολύ καιρό. Δεν έτρωγε αμβροσία ούτε έπινε νέκταρ. Έμενε για εννιά χρόνια αποκλεισμένος από τα συμπόσια των θεών, καθώς και από την προστασία τους. Μόλις το δέκατο χρόνο μπορούσε ξανά να πάρει μέρος στις συναθροίσεις τους.

Οι Άρπυιες

Οι Άρπυιες ήταν θεότητες που ανακατεύονταν στα πεπρωμένα των ανθρώπων. Ήταν κι αυτές γρήγορες στα πόδια και φτερωτές σαν την Ίρις. Το όνομά τους σήμαινε «αρπακτικές». Συνήθως αναπαριστούνται με σώμα πουλιού. Γυναικείο κεφάλι και γαμψά νύχια. Οι θεότητες αυτές άρπαζαν παιδιά και ψυχές. Εάν εξαφανιζόταν κάποιος στη θάλασσα, όπως ο Οδυσσέας, έλεγαν ότι τον άρπαξαν οι Άρπυιες.

Σύμφωνα με τον Όμηρο από τη συνεύρεση της Άρπυιας που την έλεγαν Ποδάργη και τον Ζέφυρο, ο οποίος την άρπαξε όταν εκείνη τριγύριζε στις ακτές του Ωκεανού, γεννήθηκαν τα δύο αθάνατα άλογα του Αχιλλέα: ο Ξάνθος και ο Βάλιος.

Κατά τον Ισίοδο οι Άρπυιες ήταν δύο. Η Αελλώ (ή Αελλόπους) και η Ωκυπέτη (ή Ωκυπόδη). Αλλά γνωρίζουμε επίσης και μια τρίτη, την Κελαινώ. Από τα ονόματα των τριών, που σήμαιναν «πόδια γρήγορα σαν τον άνεμο», «γρήγορο πέταγμα» και «σκοτεινή» αντίστοιχα, μπορούμε να βγάλουμε συμπεράσματα για την ιδιότητα της κάθε μίας.

Χαρακτηριστική είναι η ιστορία των Άρπυιων στην ελληνική μυθολογία όπου έρχονται αντιμέτωπες με τους φτερωτούς γιους του Βορέου (του βοριά). Τον Κάλαϊ και τον Ζήση. Σύμφωνα με το μύθο οι Άρπυιες άρπαζαν ή λέρωναν με τα περιττώματά τους το φαγητό του μάντη Φινέα. Τότε ο μάντης ζήτησε από τον Κάλαϊ και τον Ζήση να καταδιώξουν τις Άρπυιες. Να τον απαλλάξουν από την παρουσία τους. Έτσι κι έγινε. Οι Άρπυιες καταδιώχθηκαν από τα δύο φτερωτά αδέρφια με τα ξίφη τους αλλά η παρέμβαση της Ίρις τις γλίτωσε από βέβαιο θάνατο. Οι Άρπυιες υποσχέθηκαν ότι δεν θα ξαναενοχλήσουν τον Φινέα. Βρήκαν καταφύγιο στα έγκατα μιας σπηλιάς κάτω από την Κρήτη.

Η Ελληνική Μυθολογία ξετυλίγεται Εδώ

Σχολιάστε