Ο Σίσυφος | Ελληνική Μυθολογία

Ο Σίσυφος

Ο Σίσυφος ήταν βασιλιάς και ιδρυτής της πόλης Σφύρας στον Ισμό της Πελοποννήσου, η τωρινή Κόρινθος. Άνηκε στους αρχέγονους και είχε την ικανότητα να γνωρίζει τα καμώματα των θεών. Ο ρόλος του Σίσυφου στην ελληνική μυθολογία ξεκινάει τη στιγμή που ο Δίας αποπλάνησε την κόρη του ποταμού και θεού Ασωπού, Αίγινα.

Ο Δίας απήγαγε την Αίγινα κρύβοντάς της σ’ ένα μικρό νησί του Σαρωνικού κόλπου. Από αυτή την ένωση, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, γεννήθηκε ο γιος του Δία, Αιακός («Το ανθρώπινο γένος, Η αρχή Α μέρος»).

Ο Ασωπός αναζητώντας τη χαμένη του κόρη πήγε και βρήκε το Σίσυφο ζητώντας του τη βοήθειά του. Εκείνος δεν αποκάλυψε την αλήθεια που γνώριζε παρά μόνο όταν ο Ασωπός του έδωσε αντάλλαγμα. Ο Σίσυφος ζήτησε από τον Ασωπό μία πηγή με νερό που θα ξεπηδούσε από το βράχο της περιοχής. Ένας βράχος που μετέπειτα θα έπαιρνε το όνομα της Ακροκόρινθου.

μέντιουμ άρης

Η τιμωρία και η πονηριά του Σίσυφου

Έτσι ο Σίσυφος αποκάλυψε στον Ασωπό που βρισκόταν η κόρη του. Ο Δίας για την προδοσία του αυτή αποφάσισε να τιμωρήσει το Σίσυφο στέλνοντάς τον στον Άδη. Ο παμπόνηρος όμως Σίσυφος κατάφερε να ξεγελάσει ακόμη και τον ίδιο τον Θάνατο.

Έδεσε το θεό με αποτέλεσμα κανένας άνθρωπος να μην πεθαίνει και έτσι να δημιουργηθεί υπερπληθυσμός στη γη. Μόλις οι θεοί κατάλαβαν τι είχε συμβεί έστειλαν τον Άρη να λύσει τα δεσμά του Θανάτου και να του παραδώσει ξανά το Σίσυφο. Πριν κατέβει ξανά στον Άδη ο πανούργος άνθρωπος, για να γλιτώσει, σκέφτηκε το εξής:

Μήνυσε στη γυναίκα του Μερόπη να μην προσφέρει καμία θυσία μετά το θάνατό του στο βασιλιά και τη βασίλισσα των νεκρών. Έτσι, όταν κατέβηκε στον Άδη, ζήτησε από τη Περσεφόνη τρεις μέρες άδεια για να επιστρέψει στη γη και να τακτοποιήσει το ζήτημα των σποδών προς τους θεούς. Η Περσεφόνη δέχτηκε το αίτημα του Σίσυφου και του έδωσε την άδεια. Όμως εκείνος δεν επέστρεψε ποτέ.

Ο Σίσυφος συναντά τον Αυτόλυκο

Ο Αυτόλυκος ήταν γιος του Ερμή και της Χιόνης, μιας ερωμένης του Απόλλωνα. Ο γιος τους πήρε όλα τα χαρίσματα του πατέρα του. Ήταν δηλαδή πρώτος στην κλεψιά και στην απάτη («Η Μαία, ο Ερμής, ο Πάνας και οι Νύμφες | Ελληνική Μυθολογία»).

Είχε κι όμως κι άλλες χάρες. Μπορούσε για παράδειγμα να κάνει τα αντικείμενα αόρατα και το άσπρο μαύρο. Σύμφωνα με την ιστορία, Σίσυφος και Αυτόλυκος έβοσκαν τα βόδια τους στην πεδιάδα μεταξύ Παρνασσού και Ισθμού. Ο Σίσυφος έβλεπε μέρα με τη μέρα το κοπάδι του να μειώνεται και του Αυτόλυκου να αυξάνει, χωρίς όμως να μπορεί να αντιληφθεί την κλεψιά του γιου του Ερμή.

Το τέχνασμα του Σίσυφου

Ο Σίσυφος για να μπορέσει να βγάλει άκρη σημάδεψε τις οπλές των δικών του ζώων με τα αρχικά του για να μπορεί έπειτα να τα ξεχωρίσει. Ο πονηρός όμως Αυτόλυκος εφόσον μπορούσε να αλλάξει τα πάντα άλλαξε και τα σημάδια του Σίσυφου. Ο πανούργος επίσης βασιλιάς της Κορίνθου δεν έμεινε με σταυρωμένα χέρια. Χάραξε στις οπλές των ζώων του, με λιωμένο μολύβι, τη φράση «ο Αυτόλυκος με έκλεψε». Με αυτόν τον τρόπο κατάφερε τελικά να αποδείξει την κλεψιά του Αυτόλυκου.

Ύστερα από την αποκάλυψη αυτή ο Αυτόλυκος αναγνώρισε την αξία του αντιπάλου του. Οι δύο απατεώνες έγιναν αμέσως φίλοι.

Ο Σίσυφος αποπλανεί την κόρη του Αυτόλυκου

Οι δύο πανούργοι, Σίσυφος και Αυτόλυκος, είχαν πλέον στενές σχέσεις. Κάποια ημέρα που ο Σίσυφος ήταν καλεσμένος στο σπίτι του Αυτόλυκου πλησίασε την κόρη του οικοδεσπότη του που ύφαινε στην κάμαρά της. Εκεί αποπλάνησε την Αντίκλεια, ένωση από την οποία προήλθε ο μυθικός ήρωας Οδυσσέας. Το ποιος φίλος ξεγέλασε βέβαια ποιον δεν είμαστε σε θέση να το γνωρίζουμε. Είναι πολύ πιθανό ο Αυτόλυκος να προκάλεσε επίτηδες τη συνάντηση αυτή με σκοπό να γεννηθεί από ισχυρά γονίδια ο πιο πονηρός από όλους.

Εδώ καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι ο Οδυσσέας κληρονόμησε από το βιολογικό του πατέρα την πονηριά και όχι από τον Λαέρτη. Τον πατέρα του Οδυσσέα που όλοι γνωρίζουμε από την Οδύσσεια παντρεύτηκε η Αντίκλεια όταν ήταν ήδη έγκυος από το Σίσυφο.

ολοκληρωμένες προβλέψεις

Ο Γλαύκος

Ο Γλαύκος ήταν ο γιος του Σίσυφου και της Μερόπης. Το παιδί αυτό είχε μεγάλη αδυναμία στα άλογα. Διατηρούσε εκτροφείο αλόγων, τα οποία ήταν σπάνιας ράτσας και συγγένευαν με τις Άρπυιες και τις Γοργόνες.

Τα άλογα του ήταν μαθημένα να τρώνε ανθρώπινο κρέας. Μοιραία κατέληξαν να κατασπαράξουν τον ίδιο τον κύριό τους κατά τη διάρκεια των αγώνων και των επιθανάτιων τελετών προς τιμήν του Πελία, του γιου του Ποσειδώνα και της Τυρούς («Σαλμωνέας και Τυρώ | Ελληνική μυθολογία»). Αυτό ήταν και το άδοξο τέλος του γιου του Σίσυφου.

Το τέλος και η αιώνια τιμωρία του Σίσυφου

 Ούτε όμως ο Σίσυφος μπόρεσε να γλιτώσει από τη μοίρα των θνητών, δηλαδή το θάνατο. Έστω κι αν είχε ξεγελάσει το βασίλειο των Νεκρών ήδη δύο φορές. Ήρθε η ώρα του και μαζί και η αιώνια τιμωρία του από τους θεούς για  την προδοσία και την ασεβή συμπεριφορά του.

Σύμφωνα με τη μυθολογία το βασανιστήριο του βασιλιά στον Κάτω Κόσμο ήταν να κουβαλάει ένα βράχο στην κορυφή ενός βουνού. Φτάνοντας στην κορυφή, ο βράχος ξανακυλούσε με ορμή προς τα κάτω και με αποτέλεσμα να πρέπει να την ανεβάσει ξανά. Κι αυτό κρατούσε αιώνια.