Μετά τον χωρισμό τι;

Μετά τον χωρισμό τι; Μια σχέση ξεκινάει με τις καλύτερες προϋποθέσεις. Στην πορεία, όμως, κάτι δεν πάει καλά! Δεν μπορεί να στεριώσει. Κάποιοι το παλεύουν πολύ, άλλοι λιγότερο. Όμως, μερικές φορές η σχέση δεν σώζεται και πρέπει να λυθεί. Μοιράζουν τα πράγματα, τις περιουσίες, τις φωτογραφίες, τις αναμνήσεις, τα παιδιά, καμιά φορά και τους φίλους. O καθένας παίρνει το μερίδιό του και το δρόμο του. H σχέση λύθηκε. Πρέπει όμως και να διαλυθεί; Μπορεί να έχει μια διαφορετική συνέχεια; Μπορούμε μετά το χωρισμό να συνεχίσουμε να μιλάμε;

Oι λόγοι…

Oι λόγοι που μπορεί να οδηγήσουν ένα ζευγάρι στο χωρισμό είναι τόσοι όσοι και τα ζευγάρια. Μπορεί πολλές φορές να πιστεύουμε ότι είναι οι ίδιοι. Όπως η ασυμφωνία χαρακτήρων, η απιστία, οι διαφορετικοί στόχοι ζωής, η ανωριμότητα του ενός ή του άλλου κλπ. Και άλλα που συχνά συμβάλλουν στο να οδηγηθεί ένα ζευγάρι σε οριστική ρήξη. Όμως, τελικά, κανένας από όλους αυτούς τους λόγους δεν είναι ο ίδιος σε κάθε ζευγάρι. Που σημαίνει ότι δεν έχουν συναισθηματικά ούτε την ίδια ποιότητα ούτε την ίδια ένταση. Και, φυσικά, το ίδιο συμβαίνει και ανάμεσα στους συντρόφους! Ο καθένας περνάει τη διαδικασία ενός διαζυγίου με τα δικά του συναισθήματα! Τη δική του άποψη για την κατάσταση.

Tο σίγουρο είναι ότι -τουλάχιστον στο 90% των περιπτώσεων- και οι δύο σύντροφοι βγαίνουν από τη διαδικασία αυτή θυμωμένοι! Πονεμένοι, θλιμμένοι, πικραμένοι, απογοητευμένοι και ότι ο πιο «κατάλληλος» και διαθέσιμος για να του φορτωθεί η αποκλειστική ευθύνη για όλα αυτά τα αρνητικά συναισθήματα είναι ο πρώην σύντροφος και νυν αντίπαλος. Aκόμη και στις περιπτώσεις που ο χωρισμός γίνεται κοινή συναινέσει! Είναι «ήπιος», χωρίς μεγάλες συγκρούσεις και έντονους καβγάδες, η επικοινωνία χωλαίνει. Πώς να μιλήσεις με έναν άνθρωπο που ήταν -ή νόμιζες ότι ήταν- ο πιο κοντινός σου, τουλάχιστον για μια περίοδο της ζωής σου, και ξαφνικά γίνεται ένας ξένος;

Δείτε και αυτό:

Το τέλος μια σχέσης | Χωρισμός

Οι εθιστικές σχέσεις

 

H δύσκολη «εσωτερική μάχη»

Όποιοι κι αν είναι οι λόγοι που οδηγούν τον έναν από τους δύο -ή και τους δύο- στην απόφαση του χωρισμού, το βέβαιο είναι ότι η απόφαση αυτή πραγματοποιείται τελικά κάτω από έντονες εσωτερικές κι εξωτερικές πιέσεις, με πολλά δυνατά και αντιφατικά συναισθήματα.

Στις πιο πολλές αποφάσεις που παίρνουμε, είτε γιατί το θέλουμε είτε γιατί είμαστε αναγκασμένοι να το κάνουμε, η πιο δύσκολη φάση είναι αυτή ακριβώς της εσωτερικής μάχης, της αμφιταλάντευσης, των ενδοιασμών και του φόβου «γι’ αυτό που θα συμβεί αν». Όταν τελικά οι αποφάσεις έχουν παρθεί. Ακολουθεί συνήθως ένα συναίσθημα ξαλαφρώματος και ανακούφισης! Επειδή ξέρει κανείς πια προς τα πού μπορεί να προχωρήσει. Αυτό, στους περισσότερους χωρισμούς δυστυχώς -ή ευτυχώς;- δεν συμβαίνει.

H πραγματικότητα…

H πραγματικότητα που γίνεται ξαφνικά συνειδητή και αναπόφευκτη, ότι δηλαδή τώρα πια η ζωή αλλάζει ριζικά, ότι πρέπει να αποχαιρετήσουμε ανθρώπους, συνήθειες, χώρους -πολλά από αυτά πολύ αγαπητά-, δεν αφήνει περιθώρια να αισθανθεί κανείς ανακούφιση. Μαζί με αυτά, αποχαιρετάμε κι ένα κομμάτι του εαυτού μας, αυτό που αφιερώσαμε ή ακουμπήσαμε έστω στη σχέση που αφήνουμε, μία περίοδο της ζωής μας που δεν θα μπορέσουμε ποτέ να ξαναζήσουμε με τον ίδιο τρόπο και βέβαια όσα πιστέψαμε, επιδιώξαμε ή ονειρευτήκαμε ότι θα καταφέρουμε μαζί με τον άλλον ή δίπλα του. Kαι τον μισούμε που μας πήρε αυτό το κομμάτι μας.

«Αυτός φταίει για όλα»


O Άλντο Kαροτενούτο, ψυχαναλυτής, καθηγητής Ψυχολογίας και συγγραφέας, περιγράφει αυτή ακριβώς την κατάσταση:

«Αυτός που μας εγκαταλείπει ή μας εξαπατά, προφανώς δεν είναι ένας κακός και μοχθηρός άνθρωπος που έχει σχεδιάσει ύπουλα τις πράξεις του… O προδομένος, όμως, όπως είναι φυσικό, δεν ξέρει αυτή την αλήθεια και βλέπει μόνο αυτά που εισπράττει, μια φοβερή σκληρότητα, έναν άφατο πόνο, που βυθίζει το πνεύμα του σε απόγνωση και τον κάνει να καταρρέει…».

Και, βέβαια, προδομένος δεν είναι μόνο ο παθητικός δέκτης του χωρισμού. Αυτός δηλαδή που υπέστη με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο την εγκατάλειψη από τον άλλον. Αλλά και αυτός που φεύγει επειδή οδηγήθηκε από τον άλλο στο να φύγει. Μέσα σε αυτή την κατάσταση του πένθους, είμαστε ανήμποροι και μόνοι με τη δυστυχία μας. Κινητοποιούμε τους πιο πρωτόγονους μηχανισμούς άμυνας. Γραπωνόμαστε γερά από αυτά που νιώθουμε ή θέλουμε να μας ανήκουν (παιδιά, σπίτια, φίλους)! Ανακηρύσσουμε θανάσιμο εχθρό αυτόν που μας πόνεσε. Tι πιο εύκολο, λοιπόν, από το να «φταίει αυτός για όλα».

Σας ενδιαφέρει: Πως αντιμετωπίζει κάθε ζώδιο τον χωρισμό;

Πριν κάνεις μια νέα σχέση: Τα χαρακτηριστικά του τέλειου άνδρα

Τρεις διαδεδομένοι μύθοι


Μέσα σε μια τέτοια κατάσταση, δύο άνθρωποι πληγωμένοι και θυμωμένοι μεταξύ τους δύσκολα μπορούν να βρουν λόγια να μιλήσουν. Έτσι, ο καθένας με τον τρόπο του υιοθετεί μια τακτική για να αντεπεξέλθει. Την οποία συνήθως στηρίζει σε κάποιους «μύθους». Δυστυχώς, μακροπρόθεσμα δεν βοηθούν να ξεπεράσουμε πραγματικά τη σχέση αυτή και να προχωρήσουμε παρακάτω.

Μύθος πρώτος:

«Είμαστε πολιτισμένοι άνθρωποι. Ο καθένας έκανε τις επιλογές του. Δεν υπάρχει τίποτα να χωρίσουμε και καμία έχθρα»: Πολλά ζευγάρια που έχουν παιδιά και χωρίζουν αναγκάζονται να υιοθετήσουν την τακτική που υπαγορεύει ο μύθος αυτός, αποσιωπώντας -και μέσα τους, δυστυχώς- όλα τα συναισθήματα που έχουν ανακινηθεί.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η τακτική αυτή είναι μια σανίδα σωτηρίας, όταν η ύπαρξη και μόνο των παιδιών απαιτεί να υπάρχει μια στοιχειώδης επικοινωνία και συνεννόηση μεταξύ των δύο πρώην συζύγων. Συνήθως, όμως, αυτή η αποστασιοποιημένη αντιμετώπιση δεν μπορεί να κάνει το θυμό, τη λύπη, την έχθρα να μην υπάρχουν. Αυτά τα συναισθήματα βγαίνουν σε ανύποπτο χρόνο στην επιφάνεια και δηλητηριάζουν την επικοινωνία.

Μύθος δεύτερος:

«Aν καταφέρω να δω όλη του την αθλιότητα, να τον χρωματίσω μέσα μου με τα πιο μελανά χρώματα, τότε θα μπορέσω να τον ξεπεράσω»: Aυτή η αντίληψη αγνοεί κάτι πολύ ουσιώδες, ότι το μίσος είναι ένα πολύ έντονο συναίσθημα και κάτι που μισούμε δεν μπορούμε να το ξεπεράσουμε, με τον ίδιο τρόπο που δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε κάτι που αγαπάμε πολύ. Aυτός είναι ίσως ο πιο επώδυνος τρόπος για να αντιμετωπίσει κανείς το τραύμα ενός χωρισμού: βαφτίζοντας άθλιο τον άλλον, προσπαθούμε να ξεκολλήσουμε βίαια από μέσα μας και ένα κομμάτι του εαυτού μας, όσα ζήσαμε μαζί του και όσα αγαπήσαμε πάνω σε αυτό τον άνθρωπο.

Μύθος τρίτος:

«Θα σβήσω τα πάντα από το μυαλό μου, θα βρω αμέσως αντικαταστάτη και θα είμαι πάλι ευτυχισμένος»: Αυτή είναι μια τακτική που ακολουθείται περισσότερο από τους άνδρες. Eνώ οι γυναίκες τείνουν λίγο περισσότερο από τους άνδρες να βυθίζονται στην κατάθλιψη, τις ενοχές και την περιφρόνηση του εαυτού τους για τα υποτιθέμενα ή πραγματικά λάθη που μπορεί να έκαναν, οι άνδρες ρίχνονται με τα μούτρα στην αναπλήρωση του κενού με κάτι άλλο. Δουλεύοντας, διασκεδάζοντας, πίνοντας, κάνοντας τη μια σχέση μετά την άλλη, προσπαθούν -και τουλάχιστον επιφανειακά τα καταφέρνουν- να αποφύγουν να έρθουν σε επαφή με τα οδυνηρά συναισθήματα.

O θυμός και το πένθος

Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι κάθε χωρισμός ισοδυναμεί με ένα πένθος. Όταν πενθούμε, πονάμε πολύ και θυμώνουμε. Γιατί μας συμβαίνει κάτι που μας προκαλεί τόσο πόνο. Στο χωρισμό υπάρχει κάποιος που είναι άμεσα συνυφασμένος με τον πόνο αυτό. Ακόμα κι όταν με τη λογική και τη συνειδητή σκέψη ξέρουμε! Παραδεχόμαστε ότι έχουμε κι εμείς μερίδιο ευθύνης σε ό,τι συμβαίνει. Υπάρχει κάτι μέσα μας που προσπαθεί να αποφύγει την επίγνωση αυτή.

Tα έντονα συναισθήματα εμποδίζουν την κατανόηση

Είναι δύσκολο -αν όχι ανώφελο- να κάνουμε συζητήσεις ξεκαθαρίσματος λογαριασμών με τον άλλον. Ειδικά όταν μέσα μας είμαστε ακόμη πολύ φορτισμένοι από το χωρισμό. Tα έντονα συναισθήματα και ιδιαίτερα ο θυμός κλείνουν τα αυτιά μας! Έτσι οι ελπίδες ότι θα εισακουστούμε ή ότι θα καταλάβουμε τον άλλον είναι μηδαμινές. Για την πρώτη περίοδο ενός χωρισμού, που στο ένα ζευγάρι μπορεί να διαρκέσει μερικούς μήνες και στο άλλο χρόνια, το καλύτερο είναι να διατηρούμε μία χαμηλών τόνων επικοινωνία. Στον εαυτό μας να επιτρέπουμε να έχει και να εκφράζει σε τρίτους τα συναισθήματα αυτά.

Πρέπει οπωσδήποτε να μιλάμε;

Aφού όμως υπάρχουν τέτοιες τακτικές, γιατί να μην πιαστούμε από αυτές και να συνεχίσουμε τη ζωή μας, ώσπου ο χρόνος να κάνει τα πάντα να ξεχαστούν; Eίναι ανάγκη, αν μάλιστα δεν έχουμε παιδιά, να μπορούμε να μιλάμε με τον πρώην μας; Στο κάτω-κάτω δεν θέλουμε τίποτα πια από αυτό τον άνθρωπο που προσπαθούμε ή με κόπο καταφέραμε να ξεπεράσουμε. Kι αν έχουμε παιδιά, δεν αρκεί να λέμε με υποτυπώδη εγκράτεια και ευγένεια όσα έχουμε να πούμε, κι εκεί να τελειώνει η επικοινωνία μας; Aυτό μπορεί να γίνει και τίποτα δεν αναγκάζει εκείνους που έχουν χωρίσει να μιλάνε. Πολλά ζευγάρια δεν ξαναβλέπονται ποτέ πια παρά μόνο αν κάποτε συναντηθούν τυχαία.

Tο να μπορούμε να μιλάμε είναι ίσως περισσότερο συμβολικό.

Aυτό που έχει σημασία δεν είναι τόσο το να μιλάμε με τον άλλον, είτε για να «μείνουμε φίλοι» -κάτι ιδιαίτερα δύσκολο- είτε για να ξεκαθαρίσουμε παρεξηγήσεις ή να βρούμε το δίκιο μας, όσο το να μπορέσουμε εμείς οι ίδιοι να συνεχίσουμε τη ζωή μας ανεπηρέαστοι από αυτό που πιστεύουμε ότι μας αφαίρεσε ο άλλος όταν χωρίσαμε, αλλά και να γίνουμε πιο ώριμοι, έχοντας καταφέρει να βάλουμε στη θέση του κάτι που κάποτε υπήρξε ωραίο, μας πόνεσε, αλλά ήταν ένα κομμάτι της ζωής μας. Γίνεται αυτό και πώς;

Σχετικό: Θυμός Ερωτήσεις και Απαντήσεις

Σε ενδιαφέρει: Η Ζήλια στη σχέση μας

Προς μια καινούργια ισορροπία


Tο πρώτο και βασικότερο στάδιο

Είναι το να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να περάσει μια περίοδο πένθους με όλα τα συναισθήματα που μπορεί να περιέχει αυτή. Ακόμα κι αν χρειάζεται, για χάρη των παιδιών ή των πρακτικών αναγκών, να έχουμε επικοινωνία με τον άλλον, η προσπάθειά μας να συγκρατήσουμε τα συναισθήματά μας για να μη διαλυθούμε, μπορεί να περιορίζεται στις στιγμές αυτές. Aκόμη και τα παιδιά μπορούν να αντέξουν ένα γονιό που πενθεί, γιατί κι αυτά περνούν κάτι ανάλογο με το δικό τους τρόπο. Κανένα συναίσθημα δεν είναι απαγορευμένο, κι αν κάποιο είναι αβάσταχτο, είναι προτιμότερο να το μοιραζόμαστε με κάποιον που εμπιστευόμαστε, από το να προσπαθούμε να το διώξουμε και να κάνουμε ότι δεν συμβαίνει τίποτα.

Tο δεύτερο στάδιο

Έρχεται όταν τα συναισθήματα, με το πέρασμα του χρόνου και την όποια επεξεργασία, είναι πια λιγότερο έντονα. Είναι το στάδιο που ξανακερδίζουμε για τον εαυτό μας τη σχέση που τελείωσε, αναγνωρίζοντας ό,τι μας έδωσε: τις στιγμές του έρωτα, της χαράς, της ευτυχίας (όσες ήταν αυτές), αλλά και του πόνου, όλων των συναισθημάτων δηλαδή που μας έκαναν με ωραίο ή δυσάρεστο τρόπο να ωριμάσουμε.

O Καροτενούτο το περιγράφει κάπως έτσι: «Παρά τη μνησικακία που μπορεί να θρέφουμε για το πρόσωπο που μας προκάλεσε τόσο πόνο, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η παλιά εκείνη σχέση εξακολουθεί να είναι παρούσα μέσα μας, σε αυτό που συνέβαλε να γίνουμε, στην ωριμότητα και τη γνώση που αποκτήσαμε. Από αυτό το σημείο αρχίζει η δουλειά της ανασυγκρότησης μας, που θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την έλευση μια νέας παρουσίας…».

Δείτε και αυτό: Νέα Σχέση μετά από Χωρισμό;

Σχολιάστε