Η αρπαγή της Περσεφόνης

Η Αρπαγή της Περσεφόνης. Ο Άδης άρπαξε την Περσεφόνη όταν του την έδωσε ο Δίας κρυφά από τη μητέρα της Δήμητρα. Αυτό συνέβη τη στιγμή που η Περσεφόνη μάζευε λουλούδια στο λιβάδι παίζοντας με τις θυγατέρες του Ωκεανού. Η μονάκριβη κόρη της Δήμητρας θαμπώθηκε από την ομορφιά του άνθους νάρκισσου. Ένα λουλούδι που επίτηδες δημιούργησε η Γαία με σκοπό να πλανέψει το αθώο κορίτσι και να βοηθήσει τον Άδη στο σκοπό του. Το λουλούδι είχε τέτοια σπάνια ομορφιά και τόσο μεθυστικό άρωμα που το θαύμαζαν ακόμη και οι θεοί. Η Περσεφόνη κρατούσε το νάρκισσο στα χέρια της όταν η γη άνοιξε στα δύο. Ο Άδης με το άρμα του που το έσερναν αθάνατα άλογα πετάχτηκε από τα έγκατά της και άρπαξε το κορίτσι. Εκείνο μάταια προσπαθούσε να αντισταθεί με φωνές και κλάματα καλώντας για βοήθεια.

Κανείς όμως δεν άκουσε την κραυγή της Περσεφόνης. Κανείς εκτός από την Εκάτη που βρισκόταν εκείνη την ώρα στη σπηλιά της και τον Ήλιο από ψηλά. Ο πατέρας της Δίας βρισκόταν στο παλάτι του και δεχόταν τιμές. Μάταια η κόρη του ήλπιζε ότι εκείνος θα τη σώσει.

Η Ελληνική Μυθολογία από την Αρχή του Κόσμου με ένα ΚΛΙΚ

Η Αρπαγή της Περσεφόνης | Η Δήμητρα αναζητά την Περσεφόνη

Η Δήμητρα που αναγνώρισε τη σπαραχτική φωνή της κόρης της πέταξε από πάνω της τα στολίδια, φόρεσε μαύρο φόρεμα και πέταξε σαν πουλί ψάχνοντας για το παιδί της. Εννέα μέρες την αναζητούσε στη γη μα σημάδι της πουθενά. Θεοί και άνθρωποι τηρούσαν σιγή ιχθύος. Στο τέλος η Εκάτη με ένα δαυλό στο χέρι συνάντησε την απελπισμένη μάνα που έψαχνε μέρα νύχτα το παιδί της. Της είπε ότι άκουσε τη φωνή του απαγωγέα αλλά δεν είδε ποιος ήταν για να τον κατονομάσει. Τότε μεμιάς και οι δύο θεές πέταξαν ως τον ύψιστο Ήλιο, αυτόν που βλέπει και γνωρίζει τα πάντα.

Η Δήμητρα βρισκόμενη μπροστά στο γιο του Υπερίωνος (Ήλιος και Σελήνη | Ελληνική Μυθολογία») τον ρώτησε ευθέως ποιος ήταν αυτός που άρπαξε το παιδί της. Ο Ήλιος συμπονώντας τη χαροκαμένη μάνα της είπε την αλήθεια: «Κόρη της Ρέας, υπεύθυνος είναι ο Δίας που έδωσε την κόρη σου στον Άδη να την κάνει γυναίκα του. Ο θεός του Κάτω Κόσμου την παρέσυρε στο βασίλειό του με το ζόρι αδιαφορώντας για σένα και την απώλειά σου». Επίσης, ο Ήλιος συμβούλεψε τη Δήμητρα να σταματήσει να θρηνεί για τη χαμένη της κόρη. Κι αυτό επειδή ο Άδης δεν ήταν κανένας τυχαίος. Έχει το δικό του βασίλειο και μάλιστα του άνηκε το  ένα τρίτο της κυριαρχίας του κόσμου.

Η Αρπαγή της Περσεφόνης | Η Δήμητρα εγκαταλείπει τον παλάτι των θεών στον Όλυμπο

Ο πόνος της άμοιρης θεάς έγινε ακόμη πιο μεγάλος και πιο βαρύς στα λόγια του Ήλιου. Από το θυμό της προς τον Δία εγκατέλειψε τον Όλυμπο. Κατέβηκε κάτω στους ανθρώπους και ασχολήθηκε με τα δικά τους έργα. Ωστόσο, από τον πόνο της παραμέλησε τόσο πολύ τον εαυτό της που κανείς στο τέλος δεν την αναγνώριζε. Έμοιαζε με γριά που δεν μπορούσε πια να χαρεί τον έρωτα και να τεκνοποιήσει.

Η Αρπαγή της Περσεφόνης | Η Δήμητρα συναντά τις κόρες του Κελεού

Σε αυτή την άσχημη κατάσταση βρήκαν τη Δήμητρα οι κόρες του βασιλιά της Ελευσίνας Κελεού. Η κόρη της Ρέας καθόταν κάτω από μία ελιά διπλά στο Πηγάδι της Παρθένου. Οι τέσσερις νεαρές θυγατέρες, Καλλιδίκη, Κλεισιδίκη, Δημώ και Καλλιθόη, πηγαίνοντας να γεμίσουν νερό από το πηγάδι δεν αναγνώρισαν τη θεά. Κι αμέσως τη ρώτησαν ποια είναι και από ποιο μέρος έρχεται. Και προσκάλεσαν την άγνωστη γερόντισσα να έρθει μαζί τους στο παλάτι για να ξεκουραστεί.

Η Δήμητρα δεν αποκάλυψε στις τέσσερις νέες κοπέλες την πραγματική της ταυτότητα. Τους είπε ότι έπεσε θύμα πειρατών που την άρπαξαν από την Κρήτη. Τους είπε ότι κατάφερε να τους ξεφύγει όταν έπιασαν λιμάνι την ώρα που μαγείρευαν στην παραλία. Δεν είχε ιδέα που βρισκόταν και παρακάλεσε τις καλοσυνάτες κόρες να την πάρουν στο σπίτι τους. Θα μπορούσε να κάνει την παραμάνα σε κάποιο παιδί που χρειαζόταν φροντίδα. Ή να περιποιείται τις κυρίες του σπιτιού. Επίσης, θα μπορούσε να τους διδάξει χειρονακτικές εργασίες. Κι έτσι οι κόρες του Κελεού συνόδεψαν τη θεά στο σπίτι τους μη γνωρίζοντας ποια φέρνουν μαζί τους.